σατιρογραφία

σατιρογραφία
η
1) сочинение сатирических произведений; 2) сатира

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "σατιρογραφία" в других словарях:

  • σατιρογραφία — η, Ν [σατιρογράφος] 1. η συγγραφή σατιρικών έργων 2. σατιρικό έργο, έμμετρο ή πεζό …   Dictionary of Greek

  • σατιρογραφία — η 1. σκωπτικό ποίημα ή πεζογράφημα. 2. συγγραφή σάτιρας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • -γραφία — β συνθετικό θηλ. ουσιαστικών τής αρχαίας, μεσαιωνικής και νέας Ελληνικής από τα οποία τα περισσότερα προέρχονται από αντίστοιχα σύνθετα σε γράφος* και δηλώνουν: α) τρόπο γραφής ή εκτυπώσεως (πρβλ. δακτυλογραφία, στενογραφία κ.ά.) β) είδος… …   Dictionary of Greek

  • σατυρογραφία — η, Ν εσφαλμένη γραφή αντί σατιρογραφία …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»